Blog Μνήμη και τραύμα

της Μαρίας Κουτσογιάννη

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΝΗΜΗΣ

Η μνήμη αποτελεί θεμελιώδη γνωστική λειτουργία, καθώς επιτρέπει στο άτομο να διατηρεί τη συνέχεια της εμπειρίας του στον χρόνο. Στην ψυχολογία, η μνήμη ορίζεται ως η ικανότητα κωδικοποίησης, αποθήκευσης και ανάκτησης πληροφοριών. Η διαδικασία αυτή δεν είναι παθητική, αλλά δυναμική και ανακατασκευαστική. Κάθε ανάμνηση επηρεάζεται από το παρόν, από τα συναισθήματα και από το πλαίσιο μέσα στο οποίο ανακαλείται.

Η μνήμη διακρίνεται σε τρεις βασικές μορφές: αισθητηριακή, βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη. Η αισθητηριακή μνήμη αποτελεί το αρχικό στάδιο επεξεργασίας των πληροφοριών και συγκρατεί για εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα ερεθίσματα που προέρχονται από τα αισθητηριακά συστήματα. Στο στάδιο αυτό διατηρείται μια προσωρινή αναπαράσταση της αισθητηριακής εμπειρίας, η οποία επιτρέπει την επιλογή των πληροφοριών που θα μεταφερθούν σε επόμενα στάδια επεξεργασίας.

Η βραχυπρόθεσμη μνήμη, γνωστή και ως εργαζόμενη μνήμη, επιτρέπει την προσωρινή διατήρηση και ταυτόχρονη επεξεργασία πληροφοριών που είναι απαραίτητες για γνωστικές διεργασίες όπως η κατανόηση, η μάθηση και η λήψη αποφάσεων. Η εργαζόμενη μνήμη λειτουργεί ως ένα ενεργό γνωστικό σύστημα που διαχειρίζεται περιορισμένο αριθμό πληροφοριών για σύντομο χρονικό διάστημα.

Αντίθετα, η μακροπρόθεσμη μνήμη αποτελεί το σύστημα στο οποίο αποθηκεύονται πληροφορίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα, συχνά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Στο σύστημα αυτό αποθηκεύονται γνώσεις, εμπειρίες, γεγονότα και δεξιότητες που συγκροτούν το γνωστικό υπόβαθρο και τη βιογραφική συνέχεια του ατόμου.

Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης μνήμης έχει η επεισοδιακή μνήμη. Ο όρος εισήχθη από τον ψυχολόγο Endel Tulving το 1972 για να περιγράψει την ικανότητα ανάκλησης προσωπικών γεγονότων που συνδέονται με συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Η επεισοδιακή μνήμη αναφέρεται στην ανάμνηση εμπειριών που έχουν βιωθεί προσωπικά και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το τι συνέβη, πού συνέβη και πότε συνέβη.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της επεισοδιακής μνήμης είναι ότι επιτρέπει την αναβίωση των εμπειριών μέσα από μια διαδικασία που έχει περιγράφει ως «νοητικό ταξίδι στον χρόνο» (mental time travel). Κατά την ανάκληση μιας εμπειρίας, το άτομο δεν θυμάται απλώς το γεγονός αλλά επαναφέρει και στοιχεία του αρχικού βιώματος, όπως συναισθήματα, αισθήσεις και το ευρύτερο πλαίσιο της εμπειρίας. Η λειτουργία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συγκρότηση της προσωπικής ταυτότητας και της αυτοβιογραφικής μνήμης. Μέσω της επεισοδιακής μνήμης, οι εμπειρίες οργανώνονται σε συνεκτικές αφηγήσεις που επιτρέπουν στο άτομο να κατανοεί το παρελθόν του και να διαμορφώνει μια αίσθηση συνέχειας στον χρόνο.

ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΕΣ

Το ψυχολογικό τραύμα ορίζεται ως ένα ή περισσότερα γεγονότα τα οποία, λόγω της έντασης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, μπορούν να διαταράξουν τη λειτουργία του ψυχικού συστήματος του ατόμου και να απειλήσουν τη συνοχή της ψυχικής του οργάνωσης. Πρόκειται για εμπειρίες που βιώνονται ως ιδιαίτερα κρίσιμες και απειλητικές, προκαλώντας έντονα συναισθήματα αδυναμίας, ευαλωτότητας και έντονου στρες, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την ψυχοσωματική ισορροπία του ατόμου. Το τραυματικό γεγονός μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, μια σοβαρή ασθένεια, εμπειρίες βίας ή κακοποίησης, καθώς και σοβαρά ατυχήματα. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των εμπειριών είναι ότι μεταβάλλουν την αντίληψη του ατόμου για την ασφάλεια και την ευημερία του, καθιστώντας το περισσότερο ευάλωτο και ψυχολογικά ασταθές. Επιπλέον, το τραύμα μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικούς τύπους: το τραύμα τύπου Ι, το οποίο αφορά ένα μεμονωμένο και ξαφνικό τραυματικό γεγονός, και το τραύμα τύπου ΙΙ, το οποίο σχετίζεται με επαναλαμβανόμενα ή παρατεταμένα τραυματικά γεγονότα που συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου (Perrotta et al., 2019).

Όταν η τραυματική αυτήν εμπειρία δεν μπορεί να επεξεργαστεί σωστά από το άτομο υπάρχει ο κίνδυνο εμφάνισης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (PTSD – Post TraumaticStress Disorder). Η συγκεκριμένη διαταραχή χαρακτηρίζεται από επίμονες ψυχολογικές αντιδράσεις που σχετίζονται με την ανάμνηση του τραυματικού γεγονότος. Τα άτομα μπορεί να βιώνουν επαναλαμβανόμενες και έντονες αναμνήσεις του γεγονότος, να αποφεύγουν καταστάσεις ή ερεθίσματα που τους το υπενθυμίζουν, καθώς και να παρουσιάζουν αλλαγές στη διάθεση, στη σκέψη και στη γενικότερη συναισθηματική τους κατάσταση. Παράλληλα, συχνά εμφανίζεται αυξημένη εγρήγορση και διαρκές αίσθημα απειλής. Σύμφωνα με το άρθρο των Shalev και συνεργατών του (2017), η διαταραχή αυτή συνδέεται με δυσλειτουργίες σε νευρωνικά συστήματα του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη μάθηση του φόβου, στην ανίχνευση πιθανών απειλών και στη ρύθμιση των συναισθημάτων. Οι δυσλειτουργίες αυτές επηρεάζουν την επεξεργασία των τραυματικών εμπειριών, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι αντιδράσεις φόβου, να δυσχεραίνεται η συναισθηματική ρύθμιση και να επανεμφανίζονται επίμονα οι τραυματικές αναμνήσεις.

Το τραύμα δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ανάπτυξη Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (Perrotta et al., 2019). Το ψυχολογικό τραύμα αναφέρεται στο γεγονός ή την εμπειρία που προκαλεί έντονο ψυχικό στρες και μπορεί να διαταράξει την ψυχική ισορροπία του ατόμου, χωρίς όμως να οδηγεί πάντοτε σε ψυχοπαθολογία. Αντίθετα, η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες αποτελεί μια κλινική διαταραχή που ενδέχεται να εμφανιστεί μετά από μια τραυματική εμπειρία, όταν το άτομο δεν καταφέρει να επεξεργαστεί επαρκώς το γεγονός, με αποτέλεσμα την εμφάνιση επίμονων συμπτωμάτων που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την καθημερινή του ζωή.

ΣΧΕΣΗ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ – ΜΝΗΜΗΣ

Η σχέση μεταξύ τραύματος και μνήμης θεωρείται ιδιαίτερα σύνθετη. Παραδοσιακά, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι οι τραυματικές εμπειρίες οδηγούν σε γενικευμένη εξασθένηση της μνημονικής λειτουργίας. Ωστόσο, σύγχρονες ερευνητικές προσεγγίσεις υποδεικνύουν ότι η επίδραση του τραύματος στη μνήμη δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά παρουσιάζει επιλεκτικό και ασύμμετρο χαρακτήρα (Hulbert et al., 2018). Ειδικότερα, τα έντονα αρνητικά συναισθήματα που συνοδεύουν μια τραυματική εμπειρία φαίνεται να ενισχύουν τη μνήμη για μεμονωμένα στοιχεία του γεγονότος, όπως αισθητηριακές εικόνες, ήχους ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Οι αναμνήσεις αυτές συχνά χαρακτηρίζονται από αυξημένη ζωντάνια, έντονο αισθητηριακό περιεχόμενο και μπορεί να επανεμφανίζονται ακούσια. Αντίθετα, παρατηρείται αποδυνάμωση της μνήμης για τις συσχετίσεις μεταξύ των επιμέρους στοιχείων της εμπειρίας, καθώς και για το ευρύτερο χωροχρονικό της πλαίσιο. Ως αποτέλεσμα, το άτομο ενδέχεται να ανακαλεί αποσπασματικά στιγμιότυπα της εμπειρίας, χωρίς να μπορεί να τα εντάξει σε μια πλήρη και συνεκτική αφήγηση του γεγονότος.

ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΣΗ – ΘΕΩΡΙΑ ΔΙΠΛΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Η κατανόηση της μνημονικής επεξεργασίας τραυματικών εμπειριών στη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD) απαιτεί τη συνδυαστική εξέταση τόσο των νευροβιολογικών μηχανισμών όσο και των γνωστικών θεωρητικών μοντέλων. Σε νευροβιολογικό επίπεδο, κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η λειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ του ιππόκαμπου και της αμυγδαλής, δύο βασικών δομών του μεταιχμιακού συστήματος. Ο ιππόκαμπος είναι υπεύθυνος για τη συνειρμική σύνδεση των επιμέρους στοιχείων μιας εμπειρίας και τη συγκρότηση συνεκτικών επεισοδιακών αναμνήσεων εντός ενός χωροχρονικού πλαισίου. Αντίθετα, η αμυγδαλή εμπλέκεται κυρίως στην επεξεργασία του συναισθηματικού φορτίου, ιδιαίτερα σε καταστάσεις που σχετίζονται με απειλή και φόβο (Li et al.,2020).

Υπό συνθήκες έντονου στρες, η υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής ενισχύει την κωδικοποίηση των συναισθηματικά φορτισμένων στοιχείων της εμπειρίας, ενώ ταυτόχρονα η λειτουργία του ιππόκαμπου ενδέχεται να παρεμποδίζεται. Η ασυμμετρία αυτή οδηγεί σε ανεπαρκή επεξεργασία των πληροφοριών που σχετίζονται με το χώρο και το χρόνο που συμβαίνει αυτό το γεγονός και σε αποσπασματική οργάνωση της μνήμης. Πράγματι, στη PTSD έχουν αναφερθεί δομικές και λειτουργικές αλλοιώσεις στον ιππόκαμπο, όπως μειωμένος όγκος και διαταραγμένη συνδεσιμότητα, οι οποίες σχετίζονται με δυσκολίες στη μνήμη, τη χωρική επεξεργασία και την ενσωμάτωση εμπειριών σε συνεκτικά πλαίσια . Οι νευροβιολογικές αυτές μεταβολές συμβάλλουν στη χαρακτηριστική κατακερματισμένη ανάκληση των τραυματικών γεγονότων (Li et al.,2020).

Σε γνωστικό επίπεδο, η θεωρία διπλής αναπαράστασης του Charles Brewinπροσφέρει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που συμπληρώνει τα νευροβιολογικά ευρήματα (Bisbyet al.,2020). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η μνήμη οργανώνεται σε δύο διακριτά συστήματα: το σύστημα αισθητηριακών αναπαραστάσεων, το οποίο παράγει άμεσες, ζωντανές και συχνά ακούσιες εικόνες, και το σύστημα επεισοδιακής μνήμης, το οποίο επιτρέπει την αφηγηματική οργάνωση των εμπειριών. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα δύο αυτά συστήματα λειτουργούν συμπληρωματικά, επιτρέποντας τόσο τη βιωματική όσο και τη γνωστική επεξεργασία των γεγονότων.

Ωστόσο, στη PTSD παρατηρείται ανισορροπία μεταξύ των δύο συστημάτων, με το αισθητηριακό σύστημα να υπερισχύει και το επεισοδιακό να αποδυναμώνεται (Bisby etal.,2020). Ως αποτέλεσμα, οι τραυματικές αναμνήσεις χαρακτηρίζονται από έντονη αισθητηριακή ζωντάνια αλλά μειωμένη συνοχή και αφηγηματική οργάνωση. Εμπειρικές μελέτες υποστηρίζουν την ύπαρξη μειωμένης συνοχής μνήμης για αρνητικά γεγονότα σε άτομα με PTSD, υποδεικνύοντας τον κατακερματισμό και την ασυνέχεια των αναμνήσεων αυτών.

Η σύνθεση των νευροβιολογικών και γνωστικών αυτών προσεγγίσεων υποδεικνύει ότι η διαταραχή στη μνήμη της PTSD δεν συνίσταται σε μια γενικευμένη αδυναμία μνημονικής λειτουργίας, αλλά σε μια δυσλειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ νευρωνικών δομών και μνημονικών συστημάτων. Η υπεροχή της συναισθηματικής επεξεργασίας έναντι της χωροχρονικής οργάνωσης οδηγεί στη δημιουργία έντονων αλλά αποσπασματικών αναμνήσεων, οι οποίες παραμένουν ανεπαρκώς ενσωματωμένες στο αυτοβιογραφικό μνημονικό δίκτυο. Αυτή η ανισορροπία αποτελεί βασικό μηχανισμό στη διατήρηση των συμπτωμάτων της διαταραχής, όπως οι επαναβιώσεις και η δυσκολία ελέγχου των τραυματικών αναμνήσεων.


ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΜΝΗΜΗΣ

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά τον έλεγχο της μνήμης και ειδικότερα τους μηχανισμούς καταστολής της. Σύγχρονες νευρογνωστικές μελέτες δείχνουν ότι ο προμετωπιαίος φλοιός ασκεί «άνωθεν προς τα κάτω» (top – down) ανασταλτικό έλεγχο στον ιππόκαμπο, ρυθμίζοντας την ανάκληση ανεπιθύμητων αναμνήσεων. Όταν ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί αποτελεσματικά, το άτομο μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση σε τραυματικό υλικό και να διατηρεί γνωστικό έλεγχο. Στη PTSD, ωστόσο, ο μηχανισμός αυτός εμφανίζεται εξασθενημένος, επιτρέποντας στις μνήμες να εισβάλλουν ανεξέλεγκτα στη συνείδηση (Hulbert et al., 2018).

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή της έρευνας των Mary et al. (2020), η οποία δείχνει ότι η ικανότητα εκούσιας καταστολής της μνήμης αποτελεί βασικό παράγοντα ψυχολογικής ανθεκτικότητας μετά από τραύμα. Συγκεκριμένα, τα άτομα με υψηλότερη ικανότητα καταστολής παρουσιάζουν μειωμένες παρεμβατικές αναμνήσεις και χαμηλότερα επίπεδα ψυχοπαθολογίας, γεγονός που συνδέεται με αποτελεσματικότερη λειτουργική συνδεσιμότητα μεταξύ προμετωπιαίου φλοιού και ιππόκαμπου. Αντίθετα, η μειωμένη ικανότητα καταστολής σχετίζεται με αυξημένη ευαλωτότητα σε συμπτώματα PTSD,επιβεβαιώνοντας ότι η αποτυχία ελέγχου της μνήμης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα παθολογίας.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Πέρα από το ατομικό επίπεδο, η μνήμη λειτουργεί και σε συλλογικό επίπεδο, συγκροτώντας ένα δυναμικό πεδίο μέσα από το οποίο οι κοινωνίες επεξεργάζονται τραυματικά γεγονότα. Ένα τραύμα μπορεί να υπερβεί την προσωπική εμπειρία και να ενταχθεί στη συλλογική μνήμη, αποκτώντας ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική σημασία. Η τραγωδία στα Τέμπη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, αποτελεί χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα συλλογικού τραύματος: ενώ οι οικογένειες των θυμάτων βιώνουν βαθύ προσωπικό πόνο, το γεγονός προσλαμβάνεται από την κοινωνία ως συμβάν που επηρεάζει τη δημόσια συνείδηση και εντάσσεται στον δημόσιο λόγο και τις πρακτικές μνήμης.

Σύμφωνα με τη σχετική θεωρία, τέτοια τραυματικά γεγονότα δεν παραμένουν απλώς ιστορικά δεδομένα, αλλά ενσωματώνονται στην «κοινωνική κληρονομιά» και συνεχίζουν να επηρεάζουν το παρόν, διαμορφώνοντας τη συλλογική ταυτότητα και τις ηθικές και πολιτικές στάσεις (Eyal, 2004) . Παράλληλα, η μνήμη αποτελεί ενεργή διαδικασία νοηματοδότησης του παρελθόντος, μέσα από την οποία κάθε γενιά επανερμηνεύει και επανανοηματοδοτεί τα τραυματικά γεγονότα στο πλαίσιο των σύγχρονων αναγκών και αξιών.

Η εμπειρία του συλλογικού τραύματος συνδέεται στενά με τη συγκρότηση της ταυτότητας. Όπως υποστηρίζει ο Eyal (2004), το τραύμα δεν αφορά μόνο την ανάμνηση ενός γεγονότος, αλλά συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα και οι κοινωνικές ομάδες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τη θέση τους στον κόσμο . Έτσι, γεγονότα όπως η τραγωδία στα Τέμπη δεν περιορίζονται στη διάσταση της απώλειας, αλλά αποκτούν σημασία ως σημεία αναφοράς για την αντίληψη της συλλογικής ταυτότητας.

Ταυτόχρονα, η διαχείριση του τραύματος χαρακτηρίζεται από μια διαλεκτική μεταξύ μνήμης και λήθης. Από τη μία πλευρά, παρατηρείται συχνά η τάση αποσιώπησης ή αποφυγής, ιδιαίτερα από θεσμούς ή ομάδες εξουσίας. Από την άλλη, αναδύεται η ανάγκη δημόσιας αναγνώρισης και αφήγησης, καθώς η λήθη δεν αποτελεί βιώσιμη λύση: τα τραύματα τείνουν να επανεμφανίζονται και να επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις και τη συλλογική συνείδηση (Eyal, 2004).

Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική της μνήμης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μέσα από πρακτικές όπως οι δημόσιες τελετές μνήμης, ο δημόσιος διάλογος και η διεκδίκηση ευθυνών, οι κοινωνίες επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν το παρελθόν και να αποκαταστήσουν ένα αίσθημα ηθικής τάξης. Τέτοιες διαδικασίες συμβάλλουν όχι μόνο στη δικαίωση των θυμάτων αλλά και στη συγκρότηση μιας συλλογικής ταυτότητας βασισμένης στην αναγνώριση και την ευθύνη (Eyal, 2004).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η μνήμη αποτελεί μια δυναμική και ανακατασκευαστική γνωστική λειτουργία, καθοριστική για τη συγκρότηση της εμπειρίας και της ταυτότητας. Το ψυχολογικό τραύμα, ως εμπειρία έντονης απειλής, μπορεί να διαταράξει τη μνημονική επεξεργασία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD), η οποία χαρακτηρίζεται από επαναβιώσεις, αποφυγή και δυσκολίες συναισθηματικής ρύθμισης.

Η επίδραση του τραύματος στη μνήμη δεν είναι γενικευμένα αποδυναμωτική, αλλά επιλεκτική και ασύμμετρη: ενισχύεται η ανάκληση αισθητηριακών και συναισθηματικά φορτισμένων στοιχείων, ενώ αποδυναμώνεται η συνοχή και η αφηγηματική οργάνωση της εμπειρίας. Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η ανισορροπία μεταξύ αμυγδαλής και ιππόκαμπου, καθώς και η μειωμένη ικανότητα γνωστικού ελέγχου, οδηγούν σε κατακερματισμένες και ακούσιες αναμνήσεις.

Παράλληλα, σε συλλογικό επίπεδο, η μνήμη λειτουργεί ως μηχανισμός νοηματοδότησης τραυματικών γεγονότων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινωνικών ταυτοτήτων και στη συγκρότηση της συλλογικής συνείδησης.

Συνεπώς, το τραύμα δεν αποθηκεύεται ως απλή πληροφορία, αλλά ως σύνθετη αναπαράσταση, της οποίας η κατανόηση είναι κρίσιμη για την ερμηνεία της PTSD και τον σχεδιασμό αποτελεσματικών θεραπευτικών και κοινωνικών παρεμβάσεων.

Βιβλιογραφία / Bibliography

Bisby, J. A., Burgess, N., & Brewin, C. R. (2020). Reduced memory coherence fornegative events and its relationship to posttraumatic stress disorder. CurrentDirections in Psychological Science, 29(3), 267–272. https://doi.org/10.1177/0963721420917691

Eyal. (2004). Identity and trauma: Two forms of the will to memory. History andMemory, 16(1), 5. https://doi.org/10.2979/his.2004.16.1.5

Hulbert, J. C., & Anderson, M. C. (2018). What doesn’t kill you makes you stronger:Psychological trauma and its relationship to enhanced memory control.Journal of Experimental Psychology: General, 147(12), 1931–1949. https://doi.org/10.1037/xge0000461

Li, Y., Zhu, H., Ren, Z., Lui, S., Yuan, M., Gong, Q., Yuan, C., Gao, M., Qiu, C., &Zhang, W. (2020). Exploring memory function in earthquake trauma survivorswith resting-state fMRI and machine learning. BMC Psychiatry, 20(1), 43. https://doi.org/10.1186/s12888-020-2452-5

Mary, A., Dayan, J., Leone, G., Postel, C., Fraisse, F., Malle, C., Vallée, T., Klein-Peschanski, C., Viader, F., De La Sayette, V., Peschanski, D., Eustache, F., &Gagnepain, P. (2020). Resilience after trauma: The role of memorysuppression. Science, 367(6479), eaay8477. https://doi.org/10.1126/science.aay8477

Perrotta, G. (2019). Psychological trauma: definition, clinical contexts, neuralcorrelations and therapeutic approaches. Current Research in Psychiatry andBrain Disorders, 1

Shalev, A., Liberzon, I., & Marmar, C. (2017). Post-traumatic stress disorder. NewEngland Journal of Medicine, 376(25), 2459–2469. https://doi.org/10.1056/NEJMra1612499

Zlotnik, G., & Vansintjan, A. (2019). Memory: An extended definition. Frontiers inPsychology, 10, 2523. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2019.02523

Bookmark the permalink.

Comments are closed.