της Σοφίας Μαρμαροτούρη
Η βία κατά των γυναικών στις μέρες μας, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και πολυδιάστατα κοινωνικά φαινόμενα, με πλήθος αιτιολογικών παραγόντων και βαθιές συνέπειες τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Παρά την πρόοδο που οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν διανύσει τα τελευταία χρόνια μέσω ενεργειών ευαισθητοποίησης και θέσπιση νομοθετικών μέτρων, χιλιάδες γυναίκες ανά τον κόσμο συνεχίζουν να βιώνουν κακοποίηση και να εγκλωβίζονται στα δεσμά ενός φαύλου κύκλου – του κύκλου της βίας. Τα ποσοστά στην περίπτωση αυτή μιλάνε από μόνα τους. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, 2024) που διεξήγαγε μια επιδημιολογική έρευνα μεταξύ 2000-2018 σε 161 χώρες ανά τον κόσμο, μια στις τρεις γυναίκες (30%) των γυναικών έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική κακοποίηση έστω και μια φορά στη ζωή τους, ενώ 25% αυτών έχουν υπάρξει θύματα βίας σε ηλικία 15 έως 49 ετών. Μάλιστα, τα ποσοστά αυτά διαφέρουν ανά τις διάφορες γεωγραφικές περιοχές, καθώς στην Δυτική Ειρηνική ανέρχεται σε 20%, στην Ευρώπη σε 22%, στην Αμερική σε 25%, στην Αφρική σε 33% και στην Ασία σε 35%. Στα ευρήματα αυτά φαίνεται να συμφωνεί και μια συστηματική ανασκόπηση (Li et al., 2023) που διενεργήθηκε μεταξύ 2000-2022, η οποία καταδεικνύει ότι 29% των γυναικών έχουν υπάρξει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης μια φορά στη ζωή τους, ενώ τα τελευταία χρόνια το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν και παρατηρείται πιο έντονα σε αναπτυσσόμενες χώρες. Από αυτές σχεδόν οι μισές (56%) εκδήλωσαν διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) ως αποτέλεσμα της κακοποίησης, ενώ μόνο το 34% αναζήτησε βοήθεια από το περιβάλλον τους ή κάποια δομή. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν ότι η βία των γυναικών δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ζήτημα, αλλά ένα παγκόσμιο πρόβλημα με δομικές προεκτάσεις. Στο πλαίσιο αυτό και κύριος σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου αποτελεί η βαθύτερη κατανόηση των μορφών της βίας, των επιπτώσεων της και των δυνατοτήτων αλλαγής ως ένα θεμέλιο για την συνέχιση κάθε προσπάθειας πρόληψης και αντιμετώπισης.
Προχωρώντας στο θεωρητικό πλαίσιο, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, 2024), η βία κατά των γυναικών ορίζεται ως οποιαδήποτε πράξη βίας που στρέφεται εναντίον ενός ατόμου λόγω του φύλου του και έχει ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βλάβη ή δυσφορία. Περιλαμβάνει επίσης τις απειλές για τέτοιες πράξεις, τον εξαναγκασμό και την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας, είτε λαμβάνει χώρα στη δημόσια είτε στην ιδιωτική σφαίρα. Μια από τις συχνότερες και πιο επιβλαβείς μορφές είναι η βία από σύντροφο (intimate partner violence), η οποία περιγράφει κάθε συμπεριφορά ενός νυν ή πρώην συντρόφου που προκαλεί σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βλάβη μέσω της σωματικής επιθετικότητας, του σεξουαλικού εξαναγκασμού, της ψυχολογικής κακοποίησης, του εκφοβισμού αλλά των ελεγκτικών συμπεριφορών που περιορίζουν ή στερούν την αυτονομία της γυναίκας. Ενώ οι ορισμοί αυτοί σαφώς αναδεικνύουν την σύνθετη φύση του φαινομένου, οι γυναίκες μπορεί να βιώνουν την βία με ποικίλους τρόπους, από ανοιχτές επιθέσεις μέχρι πιο συγκαλυμμένες μορφές κακοποίησης που συχνά περνούν απαρατήρητες. Ως εκ τούτου, η ανάλυση των μορφών της βίας αποτελεί το επόμενο κρίσιμο βήμα.
Η βία εκδηλώνεται μέσα από ποικίλες και συχνά αλληλεπικαλυπτόμενες μορφές. Μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές είναι η σωματική βία (Mikolajczuk, 2020), η οποία περιλαμβάνει κάθε πράξη που προκαλεί σωματική βλάβη (π.χ. σπρωξίματα, κλωτσιές, χρήση αντικειμένου) και παρότι αποτελεί την πιο ορατή μορφή κακοποίησης, συχνά συνοδεύεται από λιγότερο εμφανείς αλλά εξίσου επιζήμιες μορφές βίας. Εν συνεχεία, η σεξουαλική βία (Tavara, 2006) αναφέρεται σε κάθε σεξουαλική πράξη ή απόπειρα πράξης που επιβάλλεται χωρίς συναίνεση, είτε μέσω σωματικής βίας (π.χ. βιασμός, απόπειρα βιασμού, ανεπιθύμητη σεξουαλική επαφή), είτε μέσω απειλής, εκφοβισμού ή ψυχολογικού εξαναγκασμού. Η φύση της σεξουαλικής βίας έχει συχνά βαθύτατα τραυματικό αντίκτυπο, όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο ψυχικό βίωμα της γυναίκας. Εξίσου κρίσιμη είναι και η ψυχολογική βία (Botnarenko & Hrynkiv, 2023), η οποία περιλαμβάνει συμπεριφορές που αποσκοπούν στον έλεγχο, την υποτίμηση και την αποδυνάμωση του θύματος και εκδηλώνεται μέσα από απειλές, προσβολές, συστηματική κριτική ή και απομόνωση από το υποστηρικτικό περιβάλλον. Παρά το συχνά «αόρατο» χαρακτήρα της, η ψυχολογική βία αποτελεί κεντρικό μηχανισμό άσκησης εξουσίας και διατήρησης του ελέγχου μέσα στη σχέση. Παράλληλα, η οικονομική βία μπορεί να συνυπάρξει με τις προηγούμενες μορφές βίας και να περιορίσει την οικονομική ανεξαρτησία και αυτονομία της γυναίκας μέσω του ελέγχου των οικονομικών πόρων και της απαγόρευσης της πρόσβασης στην εργασία και την εκπαίδευση, με αποτέλεσμα οι πρακτικές αυτές να εμποδίζουν τις γυναίκες να εγκαταλείψουν την δεδομένη κακοποιητική σχέση (Postmus et al., 2020). Τέλος, η κοινωνική και ψηφιακή βία αποτελεί μια σύγχρονη μορφή κακοποίησης (Peterson & Densley, 2017), στην οποία περιλαμβάνονται η χρήση της τεχνολογίας για εκφοβισμό ή παρακολούθηση, η μη συναινετική διαρροή προσωπικών δεδομένων ή το cyberstalking, δηλαδή ψηφιακές μορφές κακοποίησης που καθιστούν τη βία διαρκή και αδιάκοπη, ακόμα και όταν το θύμα βρίσκεται σωματικά μακριά από τον δράστη.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση και τη διατήρηση της βίας κατά των γυναικών είναι πολυεπίπεδοι και αλληλένδετοι, ενώ, ύστερα από έρευνα των Mannell et al. (2022), μπορούν να συμπυκνωθούν σε έξι βασικούς πυλώνες. Αρχικά, όσον αφορά τους οικονομικούς παράγοντες κινδύνου, η φτώχεια μπορεί να περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές και την αυτονομία των γυναικών, τροφοδοτώντας μια σχέση εξάρτησης από τους κακοποιητές τους. Παράλληλα, κοινωνικές πρακτικές όπως οι πρώιμοι γάμοι, η πολυγαμία, η μοιχεία και η ελεγκτική συμπεριφορά, καθώς και παραδόσεις που περιορίζουν την ελευθερία των γυναικών (π.χ. ο παραδοσιακός θεσμός της προίκας) συνδέονται με αυξημένα επίπεδα κακοποίησης, καθώς παγιώνουν σχέσεις ανισότητας και υποταγής. Επιπλέον, αναπτυξιακοί παράγοντες όπως το νεαρό της ηλικίας και η υψηλή αναπαραγωγική ικανότητα ή εμπειρίες παιδικής ηλικίας (π.χ. τραύματα, έκθεση σε ενδοοικογενειακή βία) μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα κακοποίησης, ενώ προστατευτικός παράγοντας φαίνεται να είναι η εκπαίδευση. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και συμπεριφορικοί παράγοντες με την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών να συνυπάρχουν έντονα με ένα περιβάλλον εκμετάλλευσης. Ύστερα, συναντάμε κουλτούρες που κανονικοποιούν τη βία και προωθούν την ανδρική κυριαρχία μέσω της τοξικής αρρενωπότητας, συμβάλλοντας στην διαιώνιση των άνισων στερεοτύπων και κατ’ επέκταση της κακοποίησης. Τέλος, ο χώρος και η γεωγραφική περιοχή όπου εκδηλώνεται η βία μπορεί να ενισχύσουν περαιτέρω την επικινδυνότητα, καθώς ορισμένα κοινωνικά ή πολιτικά περιβάλλοντα (π.χ. περιοχές ένοπλων συγκρούσεων, αγροτικές περιοχές) προσφέρουν λιγότερη προστασία και πρόσβαση σε υποστήριξη.
Οι επιπτώσεις της βίας κατά των γυναικών εκδηλώνονται σε πολλαπλά επίπεδα και επηρεάζουν όλο το φάσμα της λειτουργικότητας των θυμάτων. Αρχικά, όπως μαθαίνουμε από μια πρωτοποριακή έρευνα του Campbell το 2002, σε σωματικό επίπεδο, η κακοποίηση συνδέεται με αυξημένη νοσηρότητα, καθώς 11-30% των περιπτώσεων σε τμήματα επειγόντων περιστατικών αποδίδονται σε ενδοοικογενειακή βία, με συχνούς τραυματισμούς στο κεφάλι ή στο πρόσωπο. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε σωματική βία οδηγεί σε χρόνιο πόνο (π.χ. χρόνιες κεφαλαλγίες, πόνος στην πλάτη), νευρολογικές δυσλειτουργίες (π.χ. τάσεις λιποθυμίας), σε αυξημένα γαστρεντερολογικά και καρδιολογικά προβλήματα, αλλά και υψηλή τάση προς επικίνδυνες για την υγεία συμπεριφορές (π.χ. κάπνισμα). Τα πιο επιβλαβή προβλήματα υγείας παρουσιάζονται στον γυναικολογικό τομέα, με τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες για τις γυναίκες που έχουν υποστεί βία, να εκδηλώσουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, αιμορραγιών, χαμηλής λίμπιντο και επιπλοκών στην αναπαραγωγικότητα.
Παράλληλα, η ίδια έρευνα εστίασε στις ψυχολογικές επιπτώσεις, καθώς η βία αποτελεί μείζονα παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ψυχικών διαταραχών. Η κατάθλιψη, η διαταραχή μετατραυματικού στρες, το χρόνιο άγχος και οι διαταραχές ύπνου αποτελούν συχνά επακόλουθα της κακοποίησης. Οι σεξουαλικές επιθέσεις έχουν συσχετιστεί ταυτόχρονα με αυξημένες αυτοκτονικές τάσεις, ενώ η χρήση αλκοόλ και ουσιών εμφανίζεται συχνά ως δυσπροσαρμοστικός μηχανισμός αντιμετώπισης. Παράλληλα, έντονα συναισθήματα ενοχής, ντροπής και αυτομομφής υπονομεύουν την αυτοεκτίμηση, μειώνοντας την ικανότητα των γυναικών να αναγνωρίζουν ή να απομακρύνονται από παραβιαστικά περιβάλλοντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η παρατεταμένη ψυχολογική κακοποίηση ενδέχεται να συμβάλλει στην εκδήλωση χαρακτηριστικών διαταραχής εξαρτημένης προσωπικότητας, ενισχύοντας περαιτέρω την εξάρτηση από τον θύτη.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις της βίας είναι εξίσου εκτεταμένες. Σε έρευνα των Netto et al. (2014) αναλύονται διάφοροι κοινωνικοί τομείς που επηρεάζονται σε συνθήκες κακοποίησης. Η κοινωνική απομόνωση – συχνά αποτέλεσμα του φόβου, της ντροπής ή και της στοχευμένης αποκοπής από κοινωνικά δίκτυα – ενισχύει τη βιωμένη εξάρτηση από τον θύτη. Παράλληλα, η αποχώρηση από την εργασία ή η μειωμένη επαγγελματική λειτουργικότητα λόγω σωματικών ή ψυχολογικών επιπτώσεων περιορίζει τις οικονομικές δυνατότητες των θυμάτων, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο της οικονομικής εξάρτησης. Η βία διαταράσσει επιπλέον τη δυναμική των οικογενειακών σχέσεων, με έντονο άγχος γύρω από την ασφάλεια των παιδιών και τη συνοχή της οικογένειας. Τέλος, η συστηματική κακοποίηση συμβάλλει στην αναπαραγωγή πατριαρχικών προτύπων και στην εδραίωση δομικών ανισοτήτων, διαιωνίζοντας ένα περιβάλλον που κανονικοποιεί τη βία ως κοινωνικά ανεκτή πρακτική.
Η παραπάνω ανάλυση των επιπτώσεων καθιστά σαφές πως η βία αποτελεί μέρος ενός επαναλαμβανόμενου και προβλέψιμου μοτίβου συμπεριφοράς, γνωστού ως «κύκλος της βίας» (Lucena et al., 2016). Σύμφωνα με αυτόν, η βία δεν εμφανίζεται τυχαία, αλλά ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια. Αρχικά, υπάρχει η φάση της έντασης, όπου ο θύτης εκδηλώνει προσβολές, υποτίμηση, απειλές και ελεγκτική συμπεριφορά, προκαλώντας έντονο φόβο στο θύμα. Ακολουθεί η φάση εκδήλωσης βίας, με σωματική ή ψυχολογική επιθετικότητα, κατά την οποία το θύμα βιώνει σοκ, αδυναμία, αίσθηση αβοηθησίας και τρόμο. Στη συνέχεια εμφανίζεται η φάση της μεταμέλειας ή «μήνας του μέλιτος», κατά την οποία ο θύτης εξιδανικεύει τη σχέση, υπόσχεται αλλαγή ή ζητά συγχώρεση, δημιουργώντας ψευδείς ελπίδες για βελτίωση. Ο κύκλος ολοκληρώνεται με την επανάληψή του, καθώς χωρίς παρέμβαση η δυναμική της βίας συνεχίζεται, παγιώνοντας την αίσθηση εγκλωβισμού.
Η αναγνώριση των διαφορετικών φάσεων του κύκλου της βίας υποδεικνύει τα κρίσιμα σημεία όπου η διαδικασία αλλαγής μπορεί να ξεκινήσει. Σύμφωνα με το Διαθεωρητικό Μοντέλο Αλλαγής (Prochaska & Velicer, 1997), η αλλαγή δεν είναι άμεση ούτε γραμμική, αλλά συνίσταται σε διαδοχικά στάδια που ξεκινούν από την έλλειψη συνειδητοποίησης του προβλήματος και καταλήγουν στην ενεργητική δράση. Τα διακριτά στάδια του Μοντέλου είναι τα εξής: Προκαταρκτική Σκέψη, Περισυλλογή, Προετοιμασία, Δράση, Συντήρηση. Το μοντέλο υπογραμμίζει ότι η μετάβαση από τη συνειδητοποίηση στην αλλαγή απαιτεί προσωπική κινητοποίηση, σταθερή παρατήρηση του προβλήματος και εφαρμογή στρατηγικών για υπέρβαση των εμποδίων. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα των Karakurt et al. (2014), σε μια προσπάθεια να συνδυάσει τον κύκλο της βίας μαζί με το Διαθεωρητικό Μοντέλο Αλλαγής, τονίζει πως τα στάδια αλλαγής επηρεάζονται από τα συμπτώματα της κακοποίησης. Οι γυναίκες που είχαν υποστεί χρόνια κακοποίηση και συνεπώς υπέφεραν από σοβαρά συμπτώματα βρίσκονταν στο στάδιο της προκαταρκτικής σκέψης, χωρίς δηλαδή συνείδηση της κατάστασης και της ανάγκης αλλαγής της, ενώ γυναίκες με μέτρια συμπτώματα, παρόλο που αναγνώριζαν την κατάσταση, βρίσκονταν μόνο στο στάδιο της περισυλλογής και μόνο γυναίκες με ήπια συμπτώματα κατάφερναν να οδηγηθούν στο στάδιο της δράσης. Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι η σύνδεση του Διαθεωρητικού Μοντέλου Αλλαγής με τον κύκλο της βίας συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση των συνθηκών υπό τις οποίες η αλλαγή καθίσταται εφικτή. Η φάση έντασης μπορεί να αντιστοιχιστεί με το στάδιο της περισυλλογής, όπου το άτομο αναγνωρίζει τα πρώτα σημάδια βίας και αρχίζει να διαμορφώνει σκέψεις σχετικά με την ανάγκη ανάληψης δράσης. Καθώς ο κύκλος εξελίσσεται και η βία εκδηλώνεται έμπρακτα μέσω επιθετικότητας, παρατηρείται μετάβαση στο στάδιο της προετοιμασίας, κατά το οποίο το θύμα συνειδητοποιεί πλήρως τη σοβαρότητα της κατάστασης και στρέφεται προς την αναζήτηση εξωτερικής υποστήριξης με στόχο τη διακοπή του φαύλου κύκλου. Στη συνέχεια, η φάση της μεταμέλειας συχνά οδηγεί το θύμα πίσω στο στάδιο της προκαταρκτικής σκέψης, καθώς η προηγούμενη επίγνωση του προβλήματος αποδυναμώνεται από τη μετάνοια του κακοποιητή. Ακριβώς σε αυτή τη μεταβατική και ευάλωτη συνθήκη είναι κρίσιμο να ενισχυθούν μηχανισμοί που θα επιτρέψουν τη μετάβαση στο τελικό στάδιο του Μοντέλου, τη συντήρηση, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω στοχευμένων δράσεων πρόληψης που σταθεροποιούν την αλλαγή και εμποδίζουν την επαναφορά στον κύκλο της βίας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2024) προτείνει το ακρωνύμιο RESPECT ως ένα ολοκληρωμένο, πολυεπίπεδο πλαίσιο πρόληψης της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Το πλαίσιο περιλαμβάνει την ενίσχυση δεξιοτήτων στις διαπροσωπικές σχέσεις, την οικονομική, κοινωνική και εκπαιδευτική ενδυνάμωση των γυναικών, καθώς και τη διασφάλιση προσβάσιμων υπηρεσιών στήριξης. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της μείωσης της φτώχειας, της δημιουργίας ασφαλών και προστατευτικών περιβαλλόντων και της πρόληψης της κακοποίησης παιδιών και εφήβων, ώστε να περιοριστεί η αναπαραγωγή της βίας στην ενήλικη ζωή. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί επίσης ο μετασχηματισμός κοινωνικών στάσεων και κανόνων που νομιμοποιούν ή διαιωνίζουν την ανισότητα (Titterington, 2006). Πιο εστιασμένα, σε ατομικό επίπεδο, η πρόληψη προωθείται μέσω της εκπαίδευσης σε υγιείς, μη βίαιες σχέσεις, της αναγνώρισης πρώιμων ενδείξεων κακοποιητικών συμπεριφορών, της ενίσχυσης κοινωνικών δικτύων υποστήριξης και της προώθησης οικονομικής ανεξαρτησίας. Σε συλλογικό επίπεδο, απαιτούνται εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία και εργασιακούς χώρους, δημιουργία ασφαλών δομών, καμπάνιες ευαισθητοποίησης, κατάλληλη εκπαίδευση επαγγελματιών πρώτης γραμμής και στοχευμένα προγράμματα παρέμβασης για δράστες. Συνολικά, το πλαίσιο RESPECT υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματική πρόληψη της βίας προϋποθέτει ταυτόχρονη δράση σε ατομικό, κοινοτικό και θεσμικό επίπεδο.
Ως επιστέγασμα προκύπτει πως η αντιμετώπιση και η πρόληψη της έμφυλης βίας δεν αποτελεί μόνο θεσμική υποχρέωση αλλά και συλλογική ευθύνη. Κάθε άτομο, κοινότητα και επαγγελματικός φορέας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά καλλιεργώντας σχέσεις σεβασμού, αναγνωρίζοντας έγκαιρα τα σημάδια της κακοποίησης και στηρίζοντας όσους βρίσκονται σε ευάλωτη θέση. Η γνώση, η ευαισθητοποίηση και η ενεργή στάση απέναντι στη βία όχι μόνο προστατεύουν τα θύματα, αλλά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για κοινωνίες πιο δίκαιες, ασφαλείς και ισότιμες. Είναι ευθύνη όλων μας να μετασχηματίσουμε στάσεις και πρακτικές, ώστε ο κύκλος της βίας να σπάσει οριστικά και να αντικατασταθεί από έναν κύκλο σεβασμού, υποστήριξης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Βιβλιογραφία
Botnarenko, I., & Hrynkiv, O. (2023). Psychological violence as a form of domestic violence. Law Rev. Kyiv UL, 104.
Campbell, J. C. (2002). Health consequences of intimate partner violence. The Lancet, 359(9314), 1331-1336.
Karakurt, G., Smith, D., & Whiting, J. (2014). Impact of intimate partner violence on women’s mental health. Journal of family violence, 29(7), 693-702.
Li, L., Shen, X., Zeng, G., Huang, H., Chen, Z., Yang, J., … & Li, H. (2023). Sexual violence against women remains problematic and highly prevalent around the world. BMC women’s health, 23(1), 196. https://doi.org/10.1186/s12905-023-02338-8
Lucena, K. D. T. D., Deininger, L. D. S. C., Coelho, H. F. C., Monteiro, A. C. C., Vianna, R. P. D. T., & Nascimento, J. A. D. (2016). Analysis of the cycle of domestic violence against women. Journal of Human Growth and Development, 26(2), 139-146. https://doi.org/10.7322/jhgd.119238
Mannell J, Lowe H, Brown L, Mukerji R, Devakumar D, Gram L, et al. Risk factors for violence against women in high-prevalence settings: a mixed-methods systematic review and meta-synthesis. BMJ Global Health. 2022;7:e007704. https://doi.org/10.1136/bmjgh-2021-007704
Mikolajczuk, K. (2020). Different Forms of Violence-Selected Issues. Rev. Eur. & Comp. L., 43, 103.
Netto, L. D. A., Moura, M. A. V., Queiroz, A. B. A., Tyrrell, M. A. R., & Bravo, M. D. M. P. (2014). Violence against women and its consequences. Acta Paulista de Enfermagem, 27(5), 458-464. https://doi.org/10.1590/1982-0194201400075
Peterson, J., & Densley, J. (2017). Cyber violence: What do we know and where do we go from here?. Aggression and violent behavior, 34, 193-200.
Postmus, J. L., Hoge, G. L., Breckenridge, J., Sharp-Jeffs, N., & Chung, D. (2020). Economic abuse as an invisible form of domestic violence: A multicountry review. Trauma, Violence, & Abuse, 21(2), 261-283.
Prochaska JO, Velicer WF. The transtheoretical model of health behavior change. Am J Health Promot. 1997 Sep-Oct;12(1):38-48. doi: 10.4278/0890-1171-12.1.38. PMID: 10170434.
Tavara, L. (2006). Sexual violence. Best Practice & Research Clinical Obstetrics & Gynaecology, 20(3), 395-408.
Titterington, V. B. (2006). A retrospective investigation of gender inequality and female homicide victimization. Sociological Spectrum, 26(2), 205-236.
World Health Organization. (n.d.). Violence against women. World Health Organization. https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/violence-against-women
