της Βαρβάρας Παναγιωτοπούλου
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αναπηρία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Παγκόσμια Ημέρα Αναπηρίας, στις 3 Δεκεμβρίου, η οποία καθιερώθηκε το 1992 από την 47η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, με στόχο την προώθηση των δικαιωμάτων και της ευημερίας των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής και της ανάπτυξης, μέσω της ευαισθητοποίησης της διεθνούς κοινότητας. Σήμερα, περίπου 1 στα 6 άτομα παγκοσμίως, δηλαδή το 16% του πληθυσμού των 8 δισεκατομμυρίων, ζει με κάποια μορφή αναπηρίας, αριθμός που αυξάνεται λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της ανόδου των μη μεταδοτικών ασθενειών. Επιπλέον, 8 στα 10 άτομα με αναπηρία κατοικούν σε αναπτυσσόμενες χώρες.
Η ανάγκη λοιπόν ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης σχετικά με τη αναπηρία παραμένει επίκαιρη. Η προαναφερθείσα αλλαγή όσον αφορά τον τρόπο πρόσληψης της αναπηρίας οφείλεται στις αυξανόμενες προσπάθειες ένταξης των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία και αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από το ιατρικό μοντέλο, το οποίο κυριαρχούσε έως τη δεκαετία του ’80, προς μια πιο κοινωνική προσέγγιση (WHO, 1999). Το παραδοσιακό ιατρικό μοντέλο αντιμετώπιζε την αναπηρία ως προσωπικό πρόβλημα, εστιάζοντας στις σωματικές ή νοητικές καταστάσεις που εμπόδιζαν την κοινωνική συμμετοχή. Αντίθετα, το κοινωνικό μοντέλο εντάσσει στην εξίσωση κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, όπως η εθνικότητα, η τάξη και το φύλο, θεωρώντας την αναπηρία κοινωνική κατασκευή (Shakespeare, 2006). Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε και προωθήθηκε από τα ίδια τα μέλη της κοινότητας των ατόμων με αναπηρίες, ως αντίδραση στα ελλείμματα το ιατρικού μοντέλου, και πλέον θεωρείται και το επικρατέστερο. Αυτό αντανακλάται και στον ορισμό της αναπηρίας που δίνει το Γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών και Ανάπτυξης:
«Δεν υπάρχει καθολικός, νομικά δεσμευτικός ορισμός της αναπηρίας. Οι κοινωνικές και πολιτιστικές νόρμες έχουν σημαντική επίδραση στο τι θεωρείται αναπηρία σε μια κοινωνία».
Από την άλλη ο ορισμός του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) συνδυάζει σε μεγάλο βαθμό τα δύο μοντέλα, αναγνωρίζοντας ότι η αναπηρία δεν αποτελεί ούτε αποκλειστικά προσωπικό πρόβλημα ούτε μόνο κοινωνική κατασκευή. Αντιθέτως, προκύπτει από την αλληλεπίδραση μιας κατάστασης υγείας με περιβαλλοντικούς παράγοντες (όπως αρνητικές στάσεις, μη προσβάσιμες μεταφορές και δημόσια κτίρια) και με μεταβαλλόμενα επίπεδα κοινωνικής υποστήριξης. Παρά τη θεσμική αναπλαισίωση αυτή, η αγγλόφωνη βιβλιογραφία εισάγει τους όρους ableism και ageism, οι οποίοι περιγράφουν τις διακρίσεις τις οποίες συνεχίζουν να βιώνουν άτομα με αναπηρίες και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αντίστοιχα. Ο όρος ableism αντανακλά τα κατάλοιπα του ιατρικού μοντέλου: την αντίληψη ότι τα άτομα με αναπηρία χρειάζονται «διόρθωση» (APA, 2018). Αντίστοιχα ο όρος ageism αφορά σε στερεότυπα ανικανότητας προς τους ηλικιωμένους (APA, 2018). Παρά την πρόοδο, οι διακρίσεις παραμένουν ενσωματωμένες στο σύστημα, όπως η ακούσια εισαγωγή και θεραπεία, που συχνά οδηγούν σε ιδρυματισμό. Το γεγονός ότι δεν υιοθετούνται πλέον πρακτικές ευγονικής ή ευθανασίας δεν αρκεί για να θεωρήσουμε ότι το ζήτημα έχει ξεπεραστεί.
Είναι σαφές πλέον ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας το κοινωνικό συγκείμενο της αναπηρίας προκειμένου να προβούμε σε έναν πιο συμπεριληπτικό σχεδιασμό της κοινωνίας, αλλά για αυτό χρειάζεται να εξετάσουμε κάθε έναν από τους διαφορετικούς τύπους αναπηρίας ξεχωριστά. Έρευνες διακρίνουν ανάμεσα σε σωματικές και αισθητηριακές αναπηρίες, δυσκολίες μάθησης, αναπτυξιακές αναπηρίες και αυτισμό καθώς και διαταραχές ψυχικής υγείας (Chan et al., 2019). Παρακάτω θα εξετάσουμε έκαστο τύπο αναπηρίας, τις ιδιαίτερες δυσκολίες που μπορεί να τον συνοδεύουν καθώς και τρόπους ενίσχυσης της προσβασιμότητας τόσο στο φυσικό όσο και στο κοινωνικό περιβάλλον.
Η πρώτη ευρέως γνωστή μορφή αναπηρίας πρόκειται για τις κινητικές αναπηρίες οι οποίες περιλαμβάνουν περιορισμούς στην κίνηση που προέρχονται από ποικίλες αιτίες. Συχνά αίτια είναι οι σωματικές παθήσεις όπως η αρθρίτιδα, οι τραυματισμοί στη σπονδυλική στήλη, οι ακρωτηριασμοί ύστερα από ατυχήματα και η μυϊκή δυστροφία, η οποία συνδέεται συχνά με την προχωρημένη ηλικία. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν βοηθητικές συσκευές όπως αναπηρικά αμαξίδια, περιπατητήρες ή προσθετικά μέλη. Η κατανόηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν είναι αναγκαία για τη δημιουργία συμπεριληπτικών και πραγματικά προσβάσιμων χώρων, για παράδειγμα με ράμπες, ανελκυστήρες και αυτόματες πόρτες. Ως πολίτες παράλληλα, οφείλουμε να σεβόμαστε αυτές τις υποδομές, και να μην εμποδίζουμε τη χρήση τους παρκάροντας σε θέσεις ΑμεΑ ή κλείνοντας ράμπες διέλευσης. Τέτοιες συμπεριφορές δεν περιορίζουν μόνο τη μετακίνηση αλλά επηρεάζουν και την κοινωνική ζωή των ατόμων με κινητικές αναπηρίες. Η ύπαρξη προσβάσιμων χώρων, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, είναι κεντρική για την αποφυγή κοινωνικού αποκλεισμού.
Αντίστοιχα χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη τρόποι που καθιστούν τους χώρους πιο εύκολα προσβάσιμους για άτομα με οπτικές αναπηρίες. Οι αναπηρίες αυτές, ανήκουν στην κατηγορία των αισθητηριακών αναπηριών, και έχουν αρκετά μεγάλο εύρος. Περιλαμβάνουν άτομα με μειωμένη όραση έως άτομα με πλήρη απώλεια όρασης, είτε από γέννηση είτε λόγω ατυχήματος ή ασθένειας. Για πολλούς ανθρώπους η απώλεια της όρασης συνοδεύεται με την αίσθηση της απώλειας της ανεξαρτησίας (Cupples et al., 2012). Η προσβασιμότητα μπορεί να ενισχυθεί με τη χρήση γραφής Μπράιγ σε μενού δημόσιες ταμπέλες, ανελκυστήρες και πινακίδες οδηγιών, αλλά και με ηχητικές ανακοινώσεις σε φανάρια και μέσα μεταφοράς. Επιπλέον ιδιαίτερα χρήσιμοι μπορούν να φανούν οι αναγνώστες οθόνης οι οποίοι πρόκεινται για λογισμικά τα οποία επιτρέπουν την μετατροπή ψηφιακού περιεχομένου σε ακουστική πληροφορία. Τέλος πολύ σημαντικός είναι ο τρόπος παροχής βοήθειας εκ μέρους μας. Πολλά άτομα με οπτικές αναπηρίες είναι πλήρως ανεξάρτητα, επομένως η υποστήριξη πρέπει να προσφέρεται διακριτικά, χωρίς αυθαίρετες υποθέσεις σχετικά με την ικανότητά τους να αυτοεξυπηρετηθούν.
Στην κατηγορία αισθητηριακών αναπηριών ανήκει και η απώλεια ακοής, μια συχνή κατάσταση που επηρεάζει την επεξεργασία ηχητικών πληροφοριών σε διαφορετικούς βαθμούς. Οι βασικοί τύποι είναι η βαρηκοΐα αγωγιμότητας, η νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, η μικτή βαρηκοΐα και η διαταραχή φάσματος ακουστικής νευροπάθειας (Herring, 2005). Διαφοροποιούνται ως καταστάσεις στη βαρύτητα και την προέλευση της βλάβης, γεγονός που καλεί για ποικίλες μορφές παρέμβασης από ακουστικά βαρηκοΐας έως χειρουργικές λύσεις. Πέρα όμως από τα τεχνικά βοηθήματα, η καθημερινή επικοινωνία μπορεί να διευκολυνθεί εκ μέρους μας με σαφείς εκφράσεις προσώπου, νοηματικές χειρονομίες, γραπτές επεξηγήσεις, επαρκή φωτισμό και ήρεμο περιβάλλον. Ο αργός και καθαρός λόγος και η υπομονή στην επανάληψη σημείων συμβάλλουν στην αποφυγή παρεξηγήσεων και στη δημιουργία ουσιαστικής επικοινωνίας.
Η επόμενη κατηγορία αφορά στις Διαταραχές Ομιλίας και Γλώσσας. Συχνές μορφές είναι το τραύλισμα, η απραξία, δηλαδή η δυσκολία του εγκεφάλου να συντονίσει τις κινήσεις της ομιλίας, γεγονός που οδηγεί σε παραμορφωμένους ή λανθασμένους ήχους, και οι διαταραχές άρθρωσης. Οι δυσκολίες στην ομιλία και στη γλώσσα επηρεάζουν άμεσα την κατανόηση και την έκφραση, συχνά προκαλώντας απογοήτευση και παρεξηγήσεις που επηρεάζουν τις σχέσεις και τις καθημερινές δραστηριότητες. Ιδιαίτερα οι διαταραχές γλώσσας μπορούν να επηρεάσουν τη μάθηση και τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών καθώς η δυσκολία στο λεξιλόγιο ή στη δομή προτάσεων μπορεί να μεταβάλλει τις σχολικές εργασίες σε άθλους. Αντίστοιχα στην ενήλικη ζωή μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη σε επαγγελματικά περιβάλλοντα όπου η καθαρή επικοινωνία κρίνεται απαραίτητη.
Παρόμοιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν άτομα στον ακαδημαϊκό τομέα λόγω των Ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών (ΕΜΔ). Αν και συχνά δεν εντοπίζονται εύκολα, επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών. Οι δυσκολίες αυτές δεν αντικατοπτρίζουν την ευφυΐα των ανθρώπων αυτών, αλλά αντιθέτως τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός μας. Τέσσερις κοινές μορφές είναι η διαταραχή ανάγνωσης, που δυσχεραίνει την αποκωδικοποίηση των λέξεων, η διαταραχή γραφής, με αντιστροφές γραμμάτων, δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα, ορθογραφικά λάθη και δυσκολία οργάνωσης του γραπτού λόγου, η δυσλεξία ως συνδυασμός των δύο προηγούμενων και η δυσαριθμησία, η οποία αφορά στην δυσκολία κατανόησης αριθμών, μαθηματικών εννοιών και επίλυσης προβλημάτων. Τα παιδιά που μεγαλώνουν με Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες χρειάζονται εξειδικευμένες διδακτικές μεθόδους. Με ειδικές ασκήσεις και με κατάλληλη οργάνωση της μελέτης τα άτομα με ΕΜΔ μαθαίνουν τρόπους να παρακάμπτουν τις δυσκολίες τους και βελτιώνονται σ’ αυτά που υστερούν (Moll et al., 2014).
Η κατηγορία των αναπτυξιακών διαταραχών, όπως για παράδειγμα ο αυτισμός, έχουν πολλά κοινά στοιχεία αλληλοεπικάλυψης με τις διανοητικές αναπηρίες π.χ. το σύνδρομο Down. Αρκετοί επιστήμονες προτείνουν την θέσπιση μιας υπερκείμενης κατηγορίας των αναπτυξιακών – διανοητικών διαταραχών. Πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων που εμφανίζονται κατά την ανάπτυξη, συχνά πριν τη γέννηση ή στην πρώιμη παιδική ηλικία, και μπορούν να επηρεάσουν τη σωματική ανάπτυξη, τη μάθηση, τη γλώσσα ή τη συμπεριφορά, με σημαντικές διαφορές στη σοβαρότητα και τον αντίκτυπο (Schalock & Luckasson, 2021).
Μία από τις πιο γνωστές μορφές αναπτυξιακής αναπηρίας αποτελεί η Διαταραχή του Φάσματος του Αυτισμού (ΔΑΦ) η οποία όπως και οι περισσότερες μορφές αναπηρίας, δεν έχει μία ενιαία μορφή αλλά αντιθέτως παρουσιάζει ποικιλία χαρακτηριστικών. Άτομα με ΔΑΦ συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία, ιδίως στην κατανόηση του μη κυριολεκτικού ή μεταφορικού λόγου, κάτι που μπορεί να δυσχεραίνει τις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Παράλληλα, τα άτομα αυτά προβαίνουν συχνά σε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή αυστηρές ιεροτελεστίες η οποίες ενδέχεται να λειτουργούν καθησυχαστικά, ενώ τέλος σημειώνουν αυξημένη αισθητηριακή ευαισθησία σε ήχους, φώτα ή υφές. Όλα αυτά οδηγούν πολλά άτομα στην υιοθέτηση μιας πρακτικής γνωστής ως masking, δηλαδή συνειδητών ή ασυνείδητων στρατηγικών για την απόκρυψη, το καμουφλάρισμα ή την εξισορρόπηση αυτών των χαρακτηριστικών στο πλαίσιο κοινωνικών αλληλεπιδράσεων (Hull et al., 2020).
Από την άλλη οι διανοητικές αναπηρίες, αλλιώς γνωστές και ως γνωστικά ελλείμματα, επηρεάζουν την ικανότητα ενός ατόμου να μαθαίνει, να συλλογίζεται και να επιλύει προβλήματα. Πολλά άτομα μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν καθαρά τις σκέψεις τους, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την υπομονή και την ενεργητική ακρόαση προκειμένου να φτάσουμε σε μια αλληλοκατανόηση. Συχνά οι ρυθμοί μάθησης των ατόμων αυτών είναι πιο αργοί. Ως αποτέλεσμα οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται σε απλά, διαχειρίσιμα βήματα καθώς και να επαναλαμβάνονται όταν αυτό είναι απαραίτητο. Παράλληλα, δεξιότητες της καθημερινής ζωής που για πολλούς θεωρούνται αυτονόητες μπορεί να παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία, γι’ αυτό και είναι ουσιαστικό να ενθαρρύνουμε την ανεξαρτησία, προσφέροντας ταυτόχρονα στοχευμένη και υποστηρικτική καθοδήγηση. Επιπλέον, οι κοινωνικές συναναστροφές και αλληλεπιδράσεις μπορεί να αποτελούν σημαντική πρόκληση, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού και κατανοητικού περιβάλλοντος το οποίο ενισχύει και διευκολύνει την ενεργή κοινωνική συμμετοχή (Schalock, Luckasson, & Tassé, 2021).
Οι διαταραχές ψυχικής υγείας αποτελούν επίσης σημαντική κατηγορία αναπηρίας, η οποία συχνά υποτιμάται παρά τον βαθύ αντίκτυπο που μπορεί να έχει στην καθημερινότητα. Η ζωή με ψυχικές διαταραχές μπορεί να επηρεάσει βαθιά την καθημερινότητά μας, τις σχέσεις μας και την ικανότητά μας να λειτουργούμε, καθώς καταστάσεις όπως η κατάθλιψη, το άγχος, η διπολική διαταραχή και η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) είναι πιο συνηθισμένες απ’ όσο νομίζουμε. Επηρεάζουν τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές μας, και συχνά απαιτούν επαγγελματική υποστήριξη και φροντίδα για αποτελεσματική διαχείριση. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας να αναγνωρίσουμε αλλά και να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις αυτές καθώς έτσι μπορούμε να καλλιεργήσουμε ενσυναίσθηση και να στηρίξουμε όσους τις αντιμετωπίζουν (GBD 2019 Mental Disorders Collaborators, 2022).
Τέλος, οι χρόνιες ασθένειες και παθήσεις, όπως ο διαβήτης, οι καρδιακές νόσοι, τα ψυχοσωματικά νοσήματα και η αρθρίτιδα, έχουν συχνά μακροχρόνιο και πολυδιάστατο αντίκτυπο στη ζωή των ατόμων. Η καθημερινότητα μπορεί να απαιτεί προσαρμογές σε ρουτίνες, σταθερή φαρμακευτική αγωγή, τακτική παρακολούθηση και αλλαγές στον τρόπο ζωής. Η διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων συνδέεται συχνά με προκλήσεις που αφορούν την ευεξία, τη λειτουργικότητα και την ψυχολογική ανθεκτικότητα, ενώ η έγκαιρη και οργανωμένη φροντίδα μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής (Lourida et al., 2022).
Συνολικά, τα άτομα με αναπηρίες εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωπα με σοβαρές διακρίσεις στον τομέα της υγείας. Η φτώχεια, ο αποκλεισμός από την εκπαίδευση και την εργασία, καθώς και οι κακές συνθήκες διαβίωσης αυξάνουν τον κίνδυνο ενός κακού επιπέδου υγείας και μη κάλυψης των ιατρικών αναγκών των ατόμων αυτών[ΒΠ1] . Τα κενά στους επίσημους μηχανισμούς κοινωνικής υποστήριξης σημαίνουν ότι τα άτομα με αναπηρίες συχνά εξαρτώνται από την υποστήριξη των μελών της οικογένειας για να συμμετέχουν σε δραστηριότητες υγείας και κοινότητας, κάτι ο οποίο δεν επιβαρύνει μόνο τα ίδια τα άτομα, αλλά και τους φροντιστές τους.
Σύμφωνα με τη Σύμβαση των ατόμων με αναπηρία, η οποία υιοθετήθηκε με την Απόφαση 61/611 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 13 Δεκεμβρίου 2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Μαΐου 2008, όλα τα άτομα με αναπηρία έχουν έμφυτη αξιοπρέπεια και δικαιούνται πλήρη και ισότιμη απόλαυση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα κράτη που υιοθετούν τη Σύμβαση (μεταξύ των οποίων είναι και η Γερμανία) οφείλουν να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν πολιτικές που προάγουν την ένταξη, να καταργούν διακρίσεις και να προστατεύουν τα άτομα με αναπηρία από οποιαδήποτε μορφή αποκλεισμού. Υποχρεούνται επίσης να ευαισθητοποιούν την κοινωνία, να ενισχύουν τη συμμετοχή των ΑμεΑ στη δημόσια ζωή και να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε ευάλωτες ομάδες, όπως γυναίκες και παιδιά με αναπηρία. Ως στόχος τίθεται μια κοινωνία χωρίς εμπόδια, όπου όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής. Ιδιαίτερα τα ίδια τα άτομα με αναπηρίες πρέπει να έχουν την δυνατότητα να συμμετέχουν στον σχεδιασμό υπηρεσιών και παρεμβάσεων για την υποστήριξή τους, καθώς και στην ανακατασκευή του συστήματος. Ενός συστήματος το οποίο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να τα αποκλείει.
Παρά τις δυσκολίες που ακολουθούν κάθε μια περίσταση, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτές οι καταστάσεις δεν καθορίζουν την ταυτότητά μας. Με ενεργή και συνειδητή φροντίδα της υγείας μας, μπορούμε να συνεχίσουμε να επιδιώκουμε τους στόχους μας και να διατηρούμε σχέσεις που μας στηρίζουν και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Ακόμα και αν δεν αντιμετωπίζουμε οι ίδιοι κάποια μορφή αναπηρίας, μπορούμε να διευκολύνουμε τις διεκδικήσεις των ατόμων αυτών στηρίζοντας τόσο τα ίδια όσο και δομές και υπηρεσίες οι οποίες προωθούν τα αιτήματά τους. Και να θυμόμαστε πως δεν μιλάμε για ανάπηρους, ούτε για άτομα με ειδικές ανάγκες ούτε για υπερήρωες, αλλά για ανθρώπους.
Βιβλιογραφία
GBD 2019 Mental Disorders Collaborators. (2022). Global, regional, and national burden of 12 mental disorders in 204 countries and territories, 1990–2019: A systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2019. The Lancet Psychiatry, 9(2), 137–150. https://doi.org/10.1016/S2215-0366(21)00395-3
Hull, L., Petrides, K. V., & Mandy, W. (2021). Cognitive predictors of self-reported camouflaging in autistic adolescents. Autism Research, 14(3), 523–532. https://doi.org/10.1002/aur.2407
Lourida, I., et al. (2022). The impact of long-term conditions on disability-free life expectancy and healthy ageing: A systematic analysis. PLOS Global Public Health, 2(4), e0000745. https://doi.org/10.1371/journal.pgph.0000745
Moll, K., Kunze, S., Neuhoff, N., Bruder, J., & Schulte-Körne, G. (2014). Specific learning disorder: Prevalence and gender differences. PLoS one, 9(7), e103537.
Schalock, R. L., Luckasson, R., & Tassé, M. J. (2021). The contemporary view of intellectual and developmental disabilities: Implications for psychologists. American Psychologist, 76(6), 860–872. https://doi.org/10.1037/amp0000817
Shakespeare, T. (2006). The social model of disability. In The disability studies reader (pp. 16-24). Routledge.
World Health Organisation. (1999). ICIDH-2 International Classification of Functioning and Disability, Beta 2-Draft, Full Version, Geneva.
