Blog: Πολυγλωσσία και Διαπολιτισμικότητα

Πώς επιτυγχάνονται η ενσυναίσθηση, η επικοινωνιακή ευελιξία, η συνεργασία, η κατανόηση και η δημιουργική συνύπαρξη με ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς;

της Αλεξίας Σιώκα

Σήμερα, η ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε αυτή αφορά την εργασία, τις σπουδές ή την καθημερινή κοινωνική αλληλεπίδραση, πραγματοποιείται σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον χωρίς σύνορα. Σε αυτό το πολυεθνικό πλαίσιο, η γνώση γλωσσών και η διαπολιτισμική κατανόηση αποτελούν πλέον απαραίτητες δεξιότητες για το παρόν και το μέλλον.

Αξίζει να δοθεί βάση σε ένα τέτοιο ζήτημα, εφόσον πλέον σχεδόν όλα τα περιβάλλοντα στα οποία βρίσκεται ένας άνθρωπος στην καθημερινότητά του θεωρούνται πολυπολιτισμικά Να τονιστεί, δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται η ουσιαστική και δημιουργική συνύπαρξη με ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς. Τα κεντρικά ερωτήματα περιστρέφονται γύρω από την επίτευξη της ενσυναίσθησης, της επικοινωνιακής ευελιξίας, της συνεργασίας, της κατανόησης και της δημιουργικής συνύπαρξης με τη γλώσσα ως το δομικό εργαλείο για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων. Η έννοια της πολυγλωσσίας υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αθροιστική γνώση πολλών γλωσσών. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένας δυναμικός μηχανισμός που επιτρέπει στον ομιλητή να βλέπει τον κόσμο μέσα από ποικίλους τρόπους σκέψης, καλλιεργώντας ταυτόχρονα την ενσυναίσθηση και την επικοινωνιακή ευελιξία.

Τα οφέλη της πολυγλωσσίας μπορούν να διακριθούν σε γνωσιακή, κοινωνική και θεσμική διάσταση. Σε γνωστικό επίπεδο, η εκμάθηση μιας επιπλέον γλώσσας δεν συνιστά απλώς την εκμάθηση διαφορετικών λέξεων για τα ίδια πράγματα, αλλά την εκμάθηση ενός εναλλακτικού τρόπου εννοιολόγησης και σκέψης (Lewis, 2011). Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα πολύγλωσσα άτομα είναι συχνά πιο δημιουργικά και ανοιχτόμυαλα (Diamond, 2010).

Σε κοινωνικό επίπεδο, η πολυγλωσσία αποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης. Η γνώση, έστω και ενός περιορισμένου αριθμού λέξεων σε μία άλλη γλώσσα, εκφράζει άμεσα σεβασμό και άνοιγμα προς τον συνομιλητή, διευκολύνοντας έτσι την ουσιαστική σύνδεση με περισσότερους ανθρώπους και πολιτισμούς.

Σε θεσμικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολυγλωσσία έχει επίσημα αναγνωριστεί ως βασική ικανότητα (Key Competence), κρίσιμη για την επιτυχία και την κινητικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η γλώσσα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε κάθε πολυεθνικό περιβάλλον. Η διατήρηση της μητρικής γλώσσας ενισχύει την ταυτότητα του ατόμου και ενδυναμώνει τις μεταγνωστικές δεξιότητες, δηλαδή την ικανότητα του ατόμου να αναλύει και να ελέγχει τις μαθησιακές και γνωστικές του διαδικασίες.

Η μετάβαση από την πολυπολιτισμικότητα στη διαπολιτισμικότητα αποτελεί έναν κεντρικό στόχο σε κάθε μητροπολιτικό κέντρο με έντονη διεθνή παρουσία, όπως για παράδειγμα οι μεγάλες πρωτεύουσες των Ευρωπαϊκών χωρών και διάφορα άλλα κέντρα. Ενώ η πολυπολιτισμικότητα περιγράφει τη στατική πραγματικότητα της απλής συνύπαρξης πολλών διαφορετικών πολιτισμών στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, ο στόχος είναι η επίτευξη της διαπολιτισμικότητας. Αυτή ορίζεται ως η δυναμική αλληλεπίδραση και η αμοιβαία προσαρμογή μεταξύ των πολιτισμών, μια ενεργή διαδικασία που καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της γλώσσας (Piller, 2012). Η διαπολιτισμικότητα δεν συνεπάγεται την αφομοίωση ή την απώλεια της ταυτότητάς μας, αλλά οδηγεί στον ουσιαστικό εμπλουτισμό του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Η καλλιέργεια της διαπολιτισμικής ικανότητας είναι επομένως θεμελιώδης, καθώς μας επιτρέπει να αποφεύγουμε παρεξηγήσεις και να θεμελιώνουμε ισχυρές σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας.

Η επιτακτική ανάγκη για την καλλιέργεια της διαπολιτισμικής κατανόησης καθίσταται άμεσα εμφανής στις περιπτώσεις όπου οι πολιτισμοί έρχονται σε επαφή, οδηγώντας συχνά σε «παρεξηγήσεις» (Pavlidou, 1994). Η αιτία έγκειται στο γεγονός ότι μία φράση ή μία συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να φέρει ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό φορτίο σε κάθε κουλτούρα. Στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων, για παράδειγμα, παρατηρούνται χαρακτηριστικές αποκλίσεις ως προς την αντίληψη του χρόνου (πολυχρονική έναντι μονοχρονικής προσέγγισης) και την ακρίβεια των συναντήσεων. Επιπλέον, στην επικοινωνία, μία τυπική ερώτηση χαιρετισμού, όπως το «πώς είσαι;», μπορεί να λειτουργεί απλώς ως εκκίνηση συζήτησης σε μία κουλτούρα, ενώ σε μία άλλη να υποδηλώνει απαίτηση για βαθύτερο προσωπικό ενδιαφέρον. Το ίδιο ισχύει και για την έννοια του χιούμορ και το τι θεωρείται αστείο και αποδεκτό σε έναν πολιτισμό και τι μπορεί να αγγίζει τα όρια της προσβολής ή της αγένειας σε κάποια άλλη. Οι διαφορές επεκτείνονται και στις σχέσεις εργασίας ή τις ιεραρχίες, οι οποίες σε κάποιες κουλτούρες διαχωρίζονται αυστηρά από την προσωπική ζωή, ενώ σε άλλες τείνουν να αποκτούν συχνά προσωπικό χαρακτήρα. Ως προς τη σωματική έκφραση, κάποιες κουλτούρες είναι πιο εκφραστικές με χειρονομίες και σωματική επαφή (όπως το άγγιγμα ή οι αγκαλιές), σε αντίθεση με άλλες που τηρούν μεγαλύτερη προσωπική απόσταση και τυπικότητα.

Επομένως, μερικές φορές, η ίδια φράση ή χειρονομία ή συμπεριφορά μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό σε άλλη κουλτούρα ή γλώσσα (Hinner, 2017). Οι δομικές αυτές διαφορές επιβεβαιώνουν ότι η γλώσσα, σε συνδυασμό με τις πολιτισμικές προσδοκίες, μεταφέρει διαφορετικούς τρόπους σκέψης, απαιτώντας από τους ομιλητές συνεχή ευελιξία και ενσυναίσθηση.

Η σημασία της πολυγλωσσίας και της διαπολιτισμικής επικοινωνίας έχει καταστεί κεντρική στις σύγχρονες κοινωνίες. Σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα, η ικανότητα για καλή επικοινωνία είναι θεμελιώδης, καθώς προάγει άμεσα τη συνεργασία και την ουσιαστική κατανόηση μεταξύ των ατόμων και των ομάδων (Piller, 2012). Αυτά τα οφέλη έχουν πολλαπλό αντίκτυπο σε διαφορετικούς τομείς της ζωής.

Συγκεκριμένα, στον χώρο εργασίας, η αποτελεσματική διαπολιτισμική επικοινωνία μειώνει αισθητά τις πηγές συγκρούσεων και ενισχύει συστηματικά την ομαδική συνεργασία και την παραγωγικότητα. Οι οργανισμοί που καλλιεργούν την πολυγλωσσία επωφελούνται από την πρόσβαση σε διαφορετικές αγορές και την ικανότητα να διαχειρίζονται παγκόσμιες επιχειρηματικές σχέσεις με μεγαλύτερη ευελιξία και επιτυχία. Η κατανόηση των πολιτισμικών διαφορών οδηγεί σε καλύτερες διαπραγματεύσεις και ισχυρότερες επαγγελματικές συμμαχίες, μετατρέποντας τη διαφορετικότητα σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Επιπλέον, στον τομέα της εκπαίδευσης, η εξοικείωση με τη διαφορετικότητα προωθεί τη δημιουργικότητα και καλλιεργεί την ανεκτικότητα στους νέους. Η πολυγλωσσία λειτουργεί ως γνωστικό εργαλείο, ενισχύοντας την κριτική σκέψη και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, καθώς οι μαθητές αποκτούν πολλαπλές προοπτικές για τον κόσμο. Μέσω της διαπολιτισμικής μάθησης, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δημιουργούν πολίτες ικανούς να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, καταρρίπτοντας στερεότυπα και προωθώντας τον κοινωνικό δεσμό.

Στην καθημερινότητα, η διαπολιτισμική ικανότητα μάς δίνει τη δυνατότητα να νιώθουμε συνδεδεμένοι και ενεργά μέλη μιας ευρύτερης παγκόσμιας κοινότητας. Η ικανότητα να κατανοούμε διαφορετικά συστήματα αξιών και συμπεριφορών ενισχύει την ενσυναίσθηση και την προσωπική ανάπτυξη. Έτσι, η πολυγλωσσία και η διαπολιτισμική συνείδηση αποτελούν απαραίτητα εργαλεία για την επίτευξη τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής ευημερίας.

Από την ανάλυση της σημασίας της γνώσης πολλών γλωσσών, καθίσταται σαφές ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων, αλλά ο βασικός φορέας για την επίτευξη του στόχου της αρμονικής συνύπαρξης. Η απάντηση στο κεντρικό ερώτημα για το πώς επιτυγχάνονται η ενσυναίσθηση, η επικοινωνιακή ευελιξία, η συνεργασία, η κατανόηση και η δημιουργική συνύπαρξη με ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς έγκειται στην ενεργή καλλιέργεια συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Η επιτυχημένη διαπολιτισμική επικοινωνία, επομένως, δεν είναι μία παθητική κατάσταση που προκύπτει από την απλή συνύπαρξη (πολυπολιτισμικότητα), αλλά μία δυναμική διαδικασία που στηρίζεται στη συνεχή καλλιέργεια πέντε θεμελιωδών πυλώνων. Στο πλαίσιο αυτό, η γλώσσα αναδεικνύεται ως το κεντρικό και απαραίτητο εργαλείο, το οποίο επιτρέπει στους ομιλητές να αποκτήσουν και να εφαρμόσουν τις κρίσιμες αυτές ικανότητες σε κάθε πολυεθνικό περιβάλλον έτσι ώστε να συνυπάρξουν αρμονικά.

Ο πρώτος άξονας αφορά την επικοινωνιακή ευελιξία και κατανόηση, δηλαδή την ικανότητα προσαρμογής του επικοινωνιακού ύφους και της συνεχούς διαπραγμάτευσης του νοήματος. Αυτή η ευελιξία εκδηλώνεται μέσω μηχανισμών όπως την εναλλαγή κωδίκων (Code-Switching), την ικανότητα, δηλαδή, χρήσης διαφορετικών γλωσσών ή ύφους (από τυπικό σε άτυπο) ανάλογα με την περίσταση (Auer, 2013). Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι κρίσιμη σε πολυεθνικά περιβάλλοντα, όπου οι κανόνες επικοινωνίας αλλάζουν δραματικά. Η γλώσσα λειτουργεί ως πολλαπλό εργαλείο καθώς όσο περισσότερες γλώσσες γνωρίζουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η γκάμα των διαθέσιμων εργαλείων για να επιλέξουμε τον καταλληλότερο τρόπο έκφρασης, αποφεύγοντας έτσι παρεξηγήσεις.

Η γλωσσική γνώση οδηγεί άμεσα στην κατανόηση, καθώς η γλώσσα λειτουργεί ως παράθυρο στον πολιτισμό. Κάθε γλώσσα μεταφέρει ένα βαθύ πολιτισμικό φορτίο (αξίες, κοινωνικές προσδοκίες, ιεραρχίες) που διαμορφώνει τη σκέψη. Μαθαίνοντας τη γλώσσα μιας ομάδας, αποκτούμε άμεση πρόσβαση στον τρόπο που αυτή οργανώνει τον κόσμο και τη σκέψη της. Ο τελικός στόχος είναι η επιτυχής αποκωδικοποίηση των πολιτισμικών συμπεριφορών και των υπονοούμενων μηνυμάτων, οδηγώντας σε λιγότερο αγχωτική και πιο αποτελεσματική αλληλεπίδραση.

Ο δεύτερος άξονας είναι η ενσυναίσθηση και η συνεργασία. Η ενσυναίσθηση ορίζεται ως η ικανότητα να βλέπουμε μία κατάσταση μέσα από την πολιτισμική και γλωσσική οπτική γωνία του συνομιλητή μας (Perspective-taking). Η πολυγλωσσική ενσυναίσθηση έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε μεγαλύτερη ανοχή, υπομονή και αποδοχή της ασάφειας (Dewaele & Wei, 2012). Στην περίπτωση μεταναστών σε μία ξένη χώρα για παράδειγμα, η εμπειρία της πρόκλησης της επικοινωνίας, μετατρέπεται σε δύναμη για να δείξουν ενσυναίσθηση προς τους άλλους μετανάστες. Η γλώσσα είναι ο ουσιαστικός δίαυλος μέσω του οποίου διαπραγματευόμαστε έναν κοινό κώδικα για την επίτευξη στόχων σε μια πολυεθνική ομάδα. Η χρήση της τοπικής γλώσσας ή μιας lingua franca ενισχύει το αίσθημα του ανήκειν και καθιστά τη συνεργασία πιο ουσιαστική. Η αποτελεσματική ομαδική συνεργασία απαιτεί τη δημιουργία νέων, κοινών κανόνων, αντί της μονομερούς επιβολής των δικών μας (Matsumoto & Hwang, 2011).

Το τελικό κέρδος από την καλλιέργεια των παραπάνω πυλώνων είναι η δημιουργική συνύπαρξη, όπου η πολιτισμική διαφορά παύει να είναι εμπόδιο και μετατρέπεται σε πλεονέκτημα. Η δημιουργική συνύπαρξη οδηγεί σε καινοτομία καθώς οι πολυπολιτισμικές ομάδες παράγουν περισσότερες καινοτόμες και αποτελεσματικές λύσεις, ειδικά όταν υπάρχει επιτυχής διαπολιτισμική επικοινωνία (γλώσσα και ενσυναίσθηση). Ταυτόχρονα, η ενεργή συμμετοχή σε πολυεθνικά περιβάλλοντα συνιστά πολιτισμικό εμπλουτισμό, καθώς διευρύνει τον δικό μας πολιτισμό και μας καθιστά πιο ανοιχτούς. Όταν κατανοούμε και σεβόμαστε τις διαφορετικές οπτικές γωνίες, οι λύσεις που παράγονται είναι πιο ολοκληρωμένες και βιώσιμες, ενώ η ταυτότητά μας όχι μόνο δεν χάνεται, αλλά ενισχύεται και εμπλουτίζεται μέσα από την εποικοδομητική συνύπαρξη με άλλους πολιτισμούς.

Η πολυγλωσσία, επομένως, δεν είναι απλώς ένα προσόν, αλλά ένα αναγνωρισμένο πλεονέκτημα τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον ευρύτερο κόσμο, καθώς συνδέεται άμεσα με την οικονομική ανάπτυξη και την καινοτομία. Συγκεκριμένα, η γλωσσική διαφοροποίηση ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των κρατών και των οργανισμών, επιτρέποντας την πρόσβαση σε νέες αγορές και την αποτελεσματικότερη διαχείριση διεθνών συνεργασιών. Η επένδυση στη γλωσσική εκπαίδευση εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των οργανισμών σε έναν παγκοσμιοποιημένο χώρο, καθώς οι εργαζόμενοι με πολυγλωσσικό υπόβαθρο διαθέτουν αυξημένη γνωστική ευελιξία και κριτική σκέψη.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η γλώσσα αποτελεί το κεντρικό εργαλείο για την επίτευξη των πέντε κρίσιμων πυλώνων της διαπολιτισμικής επικοινωνίας δηλαδή της ενσυναίσθησης, της ευελιξίας, της συνεργασίας, της κατανόησης και της δημιουργικής συνύπαρξης. Η ικανότητα αυτή δεν περιορίζεται στην απλή μετάφραση, αλλά στη βαθιά κατανόηση των πολιτισμικών διαφορών και των μη-λεκτικών κωδίκων που μεταφέρει κάθε γλώσσα. Αυτή καθορίζει την ποιότητα της αλληλεπίδρασης, μειώνοντας τις παρεξηγήσεις και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη.  Ο δρόμος, λοιπόν, για την αρμονική κινητικότητα και την επιτυχία σε διεθνές επίπεδο είναι η συνεχής καλλιέργεια της διαπολιτισμικής επικοινωνιακής ικανότητας, η οποία επιτυγχάνεται μόνο μέσω της συστηματικής έκθεσης σε διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες. Αυτή η διαδικασία αποτελεί ένα δια βίου ταξίδι, αναγκαίο για τη διαμόρφωση ενεργών και συνειδητοποιημένων πολιτών της παγκόσμιας κοινότητας.

Βιβλιογραφία

Auer, P. (Ed.). (2013). Code-switching in conversation: Language, interaction and identity. Routledge.

Dewaele, J. M., & Wei, L. (2012). Multilingualism, empathy and multicompetence. International Journal of Multilingualism, 9(4), 352-366.

Diamond, J. (2010). The benefits of multilingualism. Science, 330(6002), 332-333.

Hinner, M. B. (2017). Intercultural misunderstandings: Causes and solutions. Russian Journal of Linguistics, 21(4), 885-909.

Matsumoto, D., & Hwang, H. S. (2011). Cooperation and competition in intercultural interactions. International Journal of Intercultural Relations, 35(5), 677-685.

Pavlidou, T. (1994). Contrasting German-Greek politeness and the consequences. Journal of Pragmatics21(5), 487-511.

Piller, I. (2012). Intercultural communication: An overview. The handbook of intercultural discourse and communication, 3-18.

Seidlhofer, B. (2005). English as a lingua franca. Oxford.

Williams, T. R. (2005). Exploring the impact of study abroad on students’ intercultural communication skills: Adaptability and sensitivity. Journal of studies in international education, 9(4), 356-371.

Bookmark the permalink.

Comments are closed.